74 αποτελέσματα για «返»
返答次第 へんとうしだい
ουσιαστικό
- 01 ανάλογα με την απάντηση, αναλόγως της απόκρισης
返金 へんきん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή χρημάτων, εξόφληση, αποζημίωση
返す返す かえすがえす
επίρρημα
- 01 κατ' επανάληψη, επανειλημμένα, σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό
返答に詰まる へんとうにつまる
άλλο, ρήμα
- 01 φέρνω σε δύσκολη θέση τον εαυτό μου για μια απάντηση
返書 へんしょ
ουσιαστικό
- 01 απάντηση (σε επιστολή), απόκριση
返球 へんきゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαναφορά της μπάλας, επιστροφή της μπάλας (ιδίως από εξωτερικό παίκτη στον αγωνιστικό χώρο)
- 02 επιστροφή της μπάλας (στο τένις, στο βόλεϊ, κ.λπ.)
返納 へんのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή (στις αρχές), αποκατάσταση
返送 へんそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιστροφή, αποστολή πίσω στον αποστολέα
返報 へんぽう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκδίκηση, αντίποινα
- 02 ανταπόδοση (για μια ευγενική πράξη), επιστροφή (χάρης), ανταμοιβή
- 03 απάντηση, απόκριση
返し技 かえしわざ
ουσιαστικό
- 01 αντεπίθεση, τεχνική ανατροπής
返却口 へんきゃくぐち
ουσιαστικό
- 01 υποδοχή επιστροφής (για κέρματα σε αυτόματο πωλητή)
- 02 σημείο επιστροφής δίσκων
返杯 へんぱい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανταπόδοση προσφοράς ποτηριού (σάκε)
返歌 へんか
ουσιαστικό
- 01 απαντητική ωδή
返電 へんでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απαντητικό τηλεγράφημα
返礼品 へんれいひん
ουσιαστικό
- 01 δώρο ανταπόδοσης (προσφέρεται ως ευχαριστήριο για μια χάρη, για την παρουσία σε κηδεία κ.λπ.)
- 02 δώρο ανταπόδοσης (αποστέλλεται από έναν δήμο σε φορολογούμενο στο πλαίσιο του προγράμματος φόρου γενέτειρας)
返り咲き かえりざき
ουσιαστικό
- 01 επιστροφή (π.χ. στις επιχειρήσεις), επανένταξη
- 02 δεύτερη άνθιση (σε μια εποχή), επανανθίση
返信用 へんしんよう
ουσιαστικό
- 01 για απάντηση
返本 へんぽん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βιβλία που επιστρέφονται αδιάθετα, βιβλία που επιστρέφονται στη βιβλιοθήκη
返り忠 かえりちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προδοσία του άρχοντα (και αυτομολία στον εχθρό)
返報性の原理 へんぽうせいのげんり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κανόνας της ανταποδοτικότητας