72 αποτελέσματα για «迷»

迷惑メール めいわくメール

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπιθύμητη αλληλογραφία, σπαμ
迷信深い めいしんぶかい

επίθετο

  1. 01 προληπτικός
迷子センター まいごセンター

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο αναζήτησης χαμένων παιδιών, χώρος όπου οδηγούνται τα παιδιά που έχουν χάσει τους γονείς τους
迷信家 めいしんか

ουσιαστικό

  1. 01 προληπτικός άνθρωπος
迷惑防止条例 めいわくぼうしじょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 κανονιστική διάταξη πρόληψης οχλήσεων, διάταξη ενάντια στη διατάραξη της κοινής ησυχίας
迷夢 めいむ

ουσιαστικό

  1. 01 ψευδαίσθηση, πλάνη, αυταπάτη
迷惑至極 めいわくしごく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 μεγάλη όχληση, εξαιρετικά ενοχλητικός, ιδιαίτερα αμήχανος
迷探偵 めいたんてい

ουσιαστικό

  1. 01 ανίκανος ντετέκτιβ
迷走神経 めいそうしんけい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευμονογαστρικό νεύρο
迷言 めいげん

ουσιαστικό

  1. 01 φράση χωρίς νόημα ή ανόητη που εκ πρώτης όψεως μοιάζει με σοφό λόγο, ανόητη ρήση, παράλογη παροιμία
迷子札 まいごふだ

ουσιαστικό

  1. 01 ταυτότητα παιδιού
迷える羊 まよえるひつじ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 περιπλανώμενο πρόβατο
迷案 めいあん

ουσιαστικό

  1. 01 ιδέα που φαίνεται καλή αλλά στην πραγματικότητα είναι ανόητη
迷い箸 まよいばし

ουσιαστικό

  1. 01 αιωρώ τα ξυλάκια μου πάνω από τα συνοδευτικά πιάτα προσπαθώντας να επιλέξω ποιο να πάρω (παράβαση της εθιμοτυπίας)
迷子犬 まいごけん

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσποτο σκυλί, χαμένο σκυλί
迷霧 めいむ

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή ομίχλη
迷乱 めいらん

ουσιαστικό

  1. 01 σύγχυση, μπερδεμένη κατάσταση
迷惑電話 めいわくでんわ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοχλητικό τηλεφώνημα, τηλεφωνική κλήση ανεπιθύμητης αλληλογραφίας (spam)
迷子石 まいごいし

ουσιαστικό

  1. 01 παγετωνικό λιθάρι, πλανήτης βράχος
迷説 めいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσφαλμένος ισχυρισμός, ακατάληπτη ιδέα