58 αποτελέσματα για «逃»

逃げ腰 にげごし

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμος για φυγή, προετοιμασμένος για διαφυγή
逃避行 とうひこう

ουσιαστικό

  1. 01 φυγή, ταξίδι διαφυγής, απόδραση από τον κόσμο
逃亡者 とうぼうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φυγάς, δραπέτης
逃亡中 とうぼうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 φυγάς, καταζητούμενος
逃げ隠れる にげかくれる

ρήμα

  1. 01 φυγομαχώ και κρύβομαι
逃亡生活 とうぼうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυγοδικία, ζωή εν κρυπτώ
逃げ場所 にげばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 καταφύγιο, διαφυγή, έξοδος, διέξοδος, κρησφύγετο
逃げるが勝ち にげるがかち

άλλο

  1. 01 όποιος φεύγει για να σωθεί, κερδίζει τη μάχη για να ζήσει, η σύνεση είναι το καλύτερο μέρος της ανδρείας, η φυγή είναι νίκη
逃げ口上 にげこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιολογία, υπεκφυγή, αποφυγή, τέχνασμα, ασαφής απάντηση
逃げを打つ にげをうつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προετοιμάζομαι για διαφυγή (από τις ευθύνες μου κ.λπ.)
逃れ出る のがれでる

ρήμα

  1. 01 δραπετεύω, διαφεύγω
逃れ のがれ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφυγή, αποφυγή
逃亡犯 とうぼうはん

ουσιαστικό

  1. 01 φυγάς, καταζητούμενος εγκληματίας
逃げ走る にげはしる

ρήμα

  1. 01 δραπετεύω, το βάζω στα πόδια
逃散 ちょうさん

ουσιαστικό

  1. 01 φυγή προς κάθε κατεύθυνση
  2. 02 αγρότες (στην ιαπωνική ιστορία) που εγκατέλειψαν τα χωράφια τους και διέφυγαν στις πόλεις ή σε άλλες περιοχές για να αποφύγουν τους επαχθείς φόρους
逃げ水 にげみず

ουσιαστικό

  1. 01 αντικατοπτρισμός στο οδόστρωμα, οπτική απάτη νερού
逃げ落ちる にげおちる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω με ασφάλεια
逃げ失せる にげうせる

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω, τρέπομαι σε φυγή
逃げ支度 にげじたく

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμασία για φυγή
逃げ口 にげぐち

ουσιαστικό

  1. 01 διέξοδος