74 αποτελέσματα για «透»
透かし細工 すかしざいく
ουσιαστικό
- 01 διάτρητο κόσμημα, δαντελωτή κατασκευή
透明ガラス とうめいガラス
ουσιαστικό
- 01 διαφανές γυαλί, απλό γυαλί
透写 とうしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιγραφή με το χέρι
透視図法 とうしずほう
ουσιαστικό
- 01 προοπτική σχεδίαση, χρήση προοπτικής
透視図 とうしず
ουσιαστικό
- 01 διαφανής απεικόνιση
- 02 προοπτικό σχέδιο
透破 とっぱ
ουσιαστικό
- 01 νίντζα
透綾 すきや
ουσιαστικό
- 01 λεπτό μεταξωτό ύφασμα
透かし絵 すかしえ
ουσιαστικό
- 01 διαφάνεια (καλλιτεχνικός όρος)
透明帯 とうめいたい
ουσιαστικό
- 01 διαφανής ζώνη
透明質 とうめいしつ
ουσιαστικό
- 01 υαλόπλασμα
透明体 とうめいたい
ουσιαστικό
- 01 διαφανές σώμα
透磁率 とうじりつ
ουσιαστικό
- 01 μαγνητική διαπερατότητα
透察 とうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διορατικότητα
透過モード とうかモード
ουσιαστικό
- 01 διαφανής λειτουργία
透脱 とうだつ
ουσιαστικό
- 01 απελευθέρωση, επίτευξη φώτισης
透光性 とうこうせい
ουσιαστικό
- 01 διαφάνεια, ημιδιαφάνεια
透視性 とうしせい
ουσιαστικό
- 01 διαφάνεια
透水 とうすい
ουσιαστικό
- 01 διαπερατότητα (π.χ. νερού), διήθηση, διαρροή
透視画法 とうしがほう
ουσιαστικό
- 01 προοπτική (η καλλιτεχνική τεχνική της)
透き通す すきとおす
ρήμα
- 01 είμαι ορατός μέσα από κάτι, διακρίνομαι μέσα από κάτι, διαπερνώ με το φως μου