31 αποτελέσματα για «途»

途中棄権 とちゅうきけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη, απόσυρση, δεν τερμάτισε, DNF
途切らす とぎらす

ρήμα

  1. 01 διακόπτω στη μέση, ανακόπτω τη ροή
途中休場 とちゅうきゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή συμμετοχής σε τουρνουά κατά τη διάρκεια αυτού, κυρίως λόγω τραυματισμού
途中降機 とちゅうこうき

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεση στάση (σε πτήση)
途中計時 とちゅうけいじ

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος σε συγκεκριμένο σημείο (σε διάφορα σημεία) κατά τη διάρκεια ενός αγώνα
途上与信 とじょうよしん

ουσιαστικό

  1. 01 παρακολούθηση πιστοληπτικής ικανότητας, παρακολούθηση πιστωτικού ορίου
途子 ずし

ουσιαστικό

  1. 01 σοκάκι, στενό
  2. 02 διασταύρωση, συμβολή δρόμων
途絶え とだえ

ουσιαστικό

  1. 01 παύση, διακοπή, διάλειμμα, διακοπή λειτουργίας
途中待機 とちゅうたいき

ουσιαστικό

  1. 01 ενδιάμεση στάση, διαμετακόμιση
途中経過 とちゅうけいか

ουσιαστικό

  1. 01 πρόοδος, ενδιάμεση αναφορά, η τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων
  2. 02 σε εξέλιξη, υπό διεξαγωγή
  1. 01 διαδρομή, πορεία
  2. 02 δρόμος, οδός
  3. 03 δρόμος, οδός