89 αποτελέσματα για «造»

造幣局 ぞうへいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 νομισματοκοπείο, υπηρεσία κοπής νομισμάτων
造物 ぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 όλα τα πράγματα στη φύση, δημιουργία
造酒 ぞうしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οινοποιία, παραγωγή σάκε
造血 ぞうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμοποίηση, σχηματισμός αίματος
造影剤 ぞうえいざい

ουσιαστικό

  1. 01 σκιαγραφικό μέσο, ακτινοσκιερή ουσία
造船業 ぞうせんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ναυπηγική βιομηχανία
造兵 ぞうへい

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή όπλων
造幣 ぞうへい

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή νομισμάτων, νομισματοκοπία
造立 ぞうりゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανέγερση (ναού, βουδιστικού αγάλματος κ.λπ.)
造血幹細胞 ぞうけつかんさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοποιητικό βλαστοκύτταρο
造血剤 ぞうけつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αιμοποιητικό φάρμακο
造形美術 ぞうけいびじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πλαστικές τέχνες
造兵廠 ぞうへいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οπλοποιείο, εργοστάσιο όπλων, οπλοστάσιο
造本 ぞうほん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιβλιοδεσία, παραγωγή βιβλίου
造像 ぞうぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημιουργία αγάλματος (ειδικότερα βουδιστικού αγάλματος)
造水 ぞうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαλάτωση
造化の妙 ぞうかのみょう

ουσιαστικό

  1. 01 το μυστήριο της δημιουργίας
造仏 ぞうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή βουδιστικών ειδώλων, σκευών, κ.λπ.
造機 ぞうき

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή μηχανών
造営費 ぞうえいひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα κατασκευής