114 αποτελέσματα για «進»
進呈 しんてい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσίαση, προσφορά (π.χ. ενός δώρου)
進行役 しんこうやく
ουσιαστικό
- 01 συντονιστής, διευθυντής προγράμματος, πρόεδρος της συντονιστικής επιτροπής
進化を遂げる しんかをとげる
άλλο, ρήμα
- 01 σημειώνω πρόοδο, αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι (μέθοδος, στυλ, κ.λπ.)
進攻 しんこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίθεση, έφοδος, προέλαση, εισβολή
進め方 すすめかた
ουσιαστικό
- 01 μορφή, διαδικασία, τρόπος προχώρησης
進ぜる しんぜる
ρήμα, άλλο
- 01 δίνω, παρουσιάζω, προσφέρω
- 02 κάνω κάτι χάριν κάποιου
進捗状況 しんちょくじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση προόδου
進み具合 すすみぐあい
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση προόδου
進路指導 しんろしどう
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματικός προσανατολισμός
進歩的 しんぽてき
επίθετο
- 01 προοδευτικός
進発 しんぱつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναχώρηση, εκκίνηση, προέλαση
進行状況 しんこうじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση προόδου
進路相談 しんろそうだん
ουσιαστικό
- 01 συμβουλευτική για την επιλογή σταδιοδρομίας, πανεπιστημίου κ.ά.
進退窮まる しんたいきわまる
άλλο, ρήμα
- 01 βρίσκομαι σε αδιέξοδο, παγιδεύομαι, είμαι σε δίλημμα
- 02 αδυνατώ να κινηθώ μπροστά ή πίσω, ακινητοποιούμαι, εγκλωβίζομαι
進化論 しんかろん
ουσιαστικό
- 01 εξελικτική θεωρία, θεωρία της εξέλιξης
進駐軍 しんちゅうぐん
ουσιαστικό
- 01 στρατεύματα κατοχής (ειδικότερα των Συμμάχων στην Ιαπωνία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
進路変更 しんろへんこう
ουσιαστικό
- 01 αλλαγή λωρίδας
- 02 αλλαγή πορείας, αλλαγή κατεύθυνσης (σπουδών ή σταδιοδρομίας)
進駐 しんちゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στρατιωτική κατοχή, στάθμευση
進物 しんもつ
ουσιαστικό
- 01 δώρο, προσφορά
進入禁止 しんにゅうきんし
άλλο
- 01 απαγορεύεται η είσοδος, δεν επιτρέπεται η είσοδος, αντίθετο ρεύμα