198 αποτελέσματα για «運»

運行 うんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δρομολόγηση (λεωφορείου ή τρένου), υπηρεσία, κίνηση
  2. 02 κίνηση (ουράνιου σώματος), φορά, περιφορά
運命的 うんめいてき

επίθετο

  1. 01 προορισμένος, μοιραίος, πεπρωμένος, καθορισμένος από τη μοίρα
運動不足 うんどうぶそく

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη σωματικής άσκησης, ανεπαρκής άσκηση, αδράνεια
運河 うんが N2

ουσιαστικό

  1. 01 διώρυγα, πλωτός δίαυλος
運動場 うんどうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητικός χώρος, γήπεδο, παιδική χαρά
運の悪い うんのわるい

επίθετο

  1. 01 άτυχος
運勢 うんせい

ουσιαστικό

  1. 01 τύχη, μοίρα
運び入れる はこびいれる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω ή εισάγω κάτι κάπου
運がない うんがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 άτυχος
運の尽き うんのつき

άλλο

  1. 01 άτυχος, στο απροχώρητο, τέλος της τύχης
運び屋 はこびや

ουσιαστικό

  1. 01 курιέ, διακινητής, μεταφορέας (π.χ. παράνομων ουσιών), λαθρέμπορος
運送 うんそう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά, φορτίο, διακίνηση, μετακόμιση (εμπορευμάτων)
運のいい うんのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 τυχερός, ευνοημένος από την τύχη
運動量 うんどうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ορμή
  2. 02 ποσότητα σωματικής άσκησης
運気 うんき

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα, τύχη
運動エネルギー うんどうエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 κινητική ενέργεια
運航 うんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δρομολόγηση (πλοίου ή αεροσκάφους), υπηρεσία, ναυσιπλοΐα, πτήση
運命共同体 うんめいきょうどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή μοίρα, άτομα που μοιράζονται την ίδια τύχη
運賃 うんちん N1

ουσιαστικό

  1. 01 ναύλος, κόμιστρο (για επιβάτες)
  2. 02 ναύλος, έξοδα μεταφοράς εμπορευμάτων
運び去る はこびさる

ρήμα

  1. 01 μεταφέρω μακριά, απομακρύνω