32 αποτελέσματα για «達»

達て たって

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 επιτακτικός, επίμονος (για κάτι που είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί)
達磨船 だるません

ουσιαστικό

  1. 01 φορτηγίδα, φορτηγίδα ανοιχτού τύπου
達士 たっし

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός, έμπειρος τεχνίτης, μάστορας
達磨宗 だるましゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ζεν (βουδισμός)
  2. 02 συγκεχυμένο ύφος ιαπωνικής ποίησης του μεσαίωνα
達磨忌 だるまき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή που πραγματοποιείται προς τιμήν του Μποντιντάρμα (5 Οκτωβρίου)
達磨鮫 だるまざめ

ουσιαστικό

  1. 01 νταρουμαζάμε, καρχαρίας κόπτης (Isistius brasiliensis), καρχαρίας πούρο
達磨歌 だるまうた

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεχυμένο τραγούδι ή ποίημα (χρησιμοποιείται κυρίως υποτιμητικά για να περιγράψει ένα στυλ ιαπωνικής ποίησης του Μεσαίωνα, το οποίο έγινε δημοφιλές από τον Φουτζιβάρα νο Τέικα)
達成のレベル たっせいのレベル

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο απόδοσης
達率 たつりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής, ποσοστό
達眼 たつがん

ουσιαστικό

  1. 01 διορατικότητα, οξυδέρκεια
達磨蛙 ダルマガエル

ουσιαστικό

  1. 01 νταρουμαγκαέρου (είδος βατράχου Pelophylax porosus)
  1. 01 ικανός, επιτυχημένος, άξιος
  2. 02 φτάνω, προσεγγίζω
  3. 03 φτάνω, καταφθάνω
  4. 04 επιτυγχάνω, φτάνω, αποκτώ