36 αποτελέσματα για «遣»

遣悶 けんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διώχνω τη μελαγχολία
遣り掛け やりかけ

ουσιαστικό

  1. 01 ημιτελής, υπό εξέλιξη
遣り返す やりかえす

ρήμα

  1. 01 απαντώ, ανταποδίδω, αντικρούω, απαντώ με το ίδιο νόμισμα
  2. 02 ξανακάνω, επαναλαμβάνω, προσπαθώ ξανά
遣らせ やらせ

ουσιαστικό

  1. 01 στημένη παράσταση, ψεύτικη κατάσταση, σκηνοθετημένο δρώμενο
遣り兼ねない やりかねない

άλλο, επίθετο

  1. 01 είμαι ικανός να κάνω κάτι, είναι πολύ πιθανό να συμβεί, ενδέχεται να πράξω, δεν θα δίσταζα να κάνω
遣り熟す やりこなす

ρήμα

  1. 01 διαχειρίζομαι (διεκπεραιώνω με επιτυχία), φέρνω εις πέρας
遣り様 やりよう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος εκτέλεσης μιας ενέργειας
遣らずぶったくり やらずぶったくり

άλλο

  1. 01 παίρνω τα πάντα χωρίς να δίνω τίποτα, απάτη ή εκμετάλλευση
遣らずぼったくり やらずぼったくり

άλλο

  1. 01 παίρνω τα πάντα χωρίς να δίνω τίποτα, αισχροκέρδεια
遣られる やられる

ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι ζημιά, εξαπατώμαι
遣外 けんがい

ουσιαστικό

  1. 01 αποστέλλω στο εξωτερικό
遣らずもがな やらずもがな

άλλο

  1. 01 δεν χρειάζεται να γίνει, καλό θα ήταν να μην γίνει, δεν έπρεπε να είχε γίνει
遣り損じ やりそんじ

ουσιαστικό

  1. 01 λάθος, σφάλμα, γκάφα, αποτυχία
遣らせる やらせる

ρήμα

  1. 01 επιτρέπω, αφήνω κάποιον να κάνει κάτι, βάζω κάποιον να κάνει κάτι
遣り甲斐のある やりがいのある

άλλο

  1. 01 αξιόλογος, που αξίζει τον κόπο, ανταποδοτικός, ικανοποιητικός
  1. 01 αποστέλλω
  2. 02 αποστέλλω
  3. 03 στέλνω
  4. 04 δίνω
  5. 05 δωρίζω
  6. 06 κάνω
  7. 07 αναλαμβάνω