96 αποτελέσματα για «適»

適正価格 てきせいかかく

ουσιαστικό

  1. 01 δίκαιη ή λογική τιμή
適性検査 てきせいけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ δεξιοτήτων
適材 てきざい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος άνθρωπος για τη θέση, ο κατάλληλος άνθρωπος
適時 てきじ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 έγκαιρος, κατάλληλος
適格者 てきかくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλο ή επιλέξιμο πρόσωπο
適合性 てきごうせい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβατότητα, συμμόρφωση, καταλληλότητα, προσαρμοστικότητα
適用範囲 てきようはんい

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο εφαρμογής, εύρος χρήσης, εύρος εφαρμογής, έκταση εφαρμογής (ενός εγγράφου)
適格 てきかく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος, ικανός, αρμόδιος
適所 てきしょ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη θέση, ενδεδειγμένο πόστο, σωστό μέρος
適職 てきしょく

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλο επάγγελμα
適合率 てきごうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακρίβεια, λόγος ακρίβειας, παράγοντας συνάφειας, λόγος συνάφειας
適齢 てきれい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλη ηλικία
適法 てきほう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμος, έννομος, θεμιτός
適者生存 てきしゃせいぞん

ουσιαστικό

  1. 01 επικράτηση του καταλληλότερου
適応性 てきおうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προσαρμοστικότητα, ευελιξία, πλαστικότητα
適例 てきれい

ουσιαστικό

  1. 01 παραδειγματισμός, καλό παράδειγμα, ενδεικτική περίπτωση
適地 てきち

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλος τόπος
適える かなえる

ρήμα

  1. 01 εκπληρώνω (μια προϋπόθεση), ικανοποιώ (μια απαίτηση)
適者 てきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλληλο άτομο, άξιο άτομο, ο επικρατέστερος (στη θεωρία της εξέλιξης)
適不適 てきふてき

ουσιαστικό

  1. 01 καταλληλότητα