29 αποτελέσματα για «還»

還元水飴 かんげんみずあめ

ουσιαστικό

  1. 01 ανηγμένο σιρόπι αμύλου
還啓 かんけい

ουσιαστικό

  1. 01 επιστρέφω στο παλάτι (συνήθως αναφέρεται σε αυτοκράτειρα, διάδοχο του θρόνου κ.ά.)
還流冷却器 かんりゅうれいきゃくき

ουσιαστικό

  1. 01 αντιρροϊκός ψύκτης
還元酵素阻害剤 かんげんこうそそがいざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναστολέας αναγωγάσης
還幸祭 かんこうさい

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή που εορτάζει την επιστροφή ενός σιντάι στον κύριο ναό του
還暦祝い かんれきいわい

ουσιαστικό

  1. 01 εορτασμός για τα εξηκοστά γενέθλια (συνήθως γιορτάζεται με γεύμα σε στυλ δεξίωσης ενώ ο τιμώμενος φοράει κόκκινο καπέλο και γιλέκο που συμβολίζουν την επιστροφή στη βρεφική ηλικία)
還御 かんぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή (του αυτοκράτορα, της αυτοκράτειρας, του σογκούν κ.λπ.)
還元炎 かんげんえん

ουσιαστικό

  1. 01 αναγωγική φλόγα
  1. 01 επιστρέφω
  2. 02 επιστρέφω