41 αποτελέσματα για «邪»

邪馬台国 やまたいこく

ουσιαστικό

  1. 01 Γιαματάικοκου, ιστορικό ιαπωνικό κράτος που θεωρείται ότι υπήρχε κατά την ύστερη περίοδο Γιαγιόι
邪淫 じゃいん

ουσιαστικό

  1. 01 ακολασία, ασέλγεια
邪術 じゃじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 κακόβουλοι τρόποι
  2. 02 μαγεία
邪宗 じゃしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αίρεση, επικίνδυνη θρησκεία
  2. 02 χριστιανισμός
邪知 じゃち

ουσιαστικό

  1. 01 γνώση που χρησιμοποιείται για κακόβουλους σκοπούς
邪恋 じゃれん

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομος έρωτας, ανήθικος έρωτας
邪説 じゃせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αιρετικό δόγμα
邪曲 じゃきょく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κακία, διαστροφή
邪推深い じゃすいぶかい

επίθετο

  1. 01 καχύποπτος, δύσπιστος (για πολλά πράγματα)
邪欲 じゃよく

ουσιαστικό

  1. 01 κακή επιθυμία
邪まな心 よこしまなこころ

ουσιαστικό

  1. 01 κακιά καρδιά
邪淫戒 じゃいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας συζυγικής αγνότητας και σεξουαλικής εγκράτειας, κανόνας του βραχματσάρια
邪魔っけ じゃまっけ

ουσιαστικό

  1. 01 ενοχλητικός, παρεμποδιστικός (για άτομο), προβληματικός (για άτομο)
邪飛 じゃひ

ουσιαστικό

  1. 01 φάουλ μπαλ (στο μπέιζμπολ)
邪正一如 じゃしょういちにょ

άλλο

  1. 01 το λάθος και το σωστό είναι απλώς δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
邪悪になるな じゃあくになるな

άλλο

  1. 01 μη γίνεσαι κακός
邪魔にならない じゃまにならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 διακριτικός, που δεν εμποδίζει
邪論 じゃろん

ουσιαστικό

  1. 01 αιρετικό δόγμα, κακόβουλη διδασκαλία
邪魔を入れる じゃまをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρεμβαίνω, εμποδίζω, παρακωλύω
邪神像 じゃしんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 άγαλμα κακού θεού, είδωλο μοχθηρής θεότητας
  2. 02 κακοφτιαγμένη ή γκροτέσκα φιγούρα (χαρακτήρα), καταραμένη φιγούρα