119 αποτελέσματα για «部»

部隊長 ぶたいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητής μονάδας
部内 ぶない

ουσιαστικό

  1. 01 προσωπικό, εντός του τμήματος
部落 ぶらく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό χωριό, υποδιαίρεση χωριού
  2. 02 περιοχή των μπουράκουμιν
部費 ぶひ

ουσιαστικό

  1. 01 προϋπολογισμός συλλόγου, έξοδα συλλόγου
部屋番号 へやばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός δωματίου
部屋割り へやわり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατανομή δωματίων, διαμοιρασμός δωματίων
部数 ぶすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός αντιτύπων, κυκλοφορία
部会 ぶかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεδρίαση τμήματος
  2. 02 τμήμα (ενός μεγαλύτερου οργανισμού), διεύθυνση, τομέας
部将 ぶしょう

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικός διοικητής
部屋代 へやだい

ουσιαστικό

  1. 01 ενοίκιο δωματίου
部外秘 ぶがいひ

ουσιαστικό

  1. 01 περιορισμένης πρόσβασης, εμπιστευτικός
部局 ぶきょく

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα, διεύθυνση, τομέας, μέρος
部屋住み へやずみ

ουσιαστικό

  1. 01 ενήλικος πρωτότοκος γιος που δεν έχει αναλάβει ακόμα την κληρονομιά του, ενήλικας που ζει ακόμα στο πατρικό του, εξαρτημένο πρόσωπο
部材 ぶざい

ουσιαστικό

  1. 01 εξάρτημα, τμήμα, υλικό, μέλος
部外 ぶがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός (ενός οργανισμού, τμήματος, κ.λπ.)
部面 ぶめん

ουσιαστικό

  1. 01 φάση, πτυχή, πεδίο, πλευρά
部屋を散らかす へやをちらかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκορπίζω πράγματα σε ένα δωμάτιο, αφήνω ένα δωμάτιο ακατάστατο, αφήνω πράγματα παραπεταμένα
部長代理 ぶちょうだいり

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωτής διευθυντής, βοηθός διευθυντής, υπηρεσιακός διευθυντής
部屋干し へやぼし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερικό στέγνωμα ρούχων, άπλωμα ρούχων σε εσωτερικό χώρο
部分集合 ぶぶんしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 υποσύνολο