36 αποτελέσματα για «酔»

酔態 すいたい

ουσιαστικό

  1. 01 μέθη, κατάσταση μέθης
酔余 すいよ

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένος, υπό την επήρεια αλκοόλ
酔っ払い運転 よっぱらいうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ
酔生夢死 すいせいむし

ουσιαστικό

  1. 01 αναλώνομαι σε μια μάταιη ζωή, ζω χωρίς σκοπό
酔眼朦朧 すいがんもうろう

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 μεθυσμένο βλέμμα, θαμπωμένος από το ποτό, ζαλισμένος από το κρασί
酔歩 すいほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεθυσμένο βάδισμα, αστάθεια στο περπάτημα
  2. 02 τυχαία κίνηση, πορεία του μεθυσμένου
酔芙蓉 すいふよう

ουσιαστικό

  1. 01 σουιφουγιό, ποικιλία ιβίσκου (Hibiscus mutabilis cv. Versicolor)
酔い覚め よいざめ

ουσιαστικό

  1. 01 ξεμέθυσμα, επανέρχομαι από τη μέθη
酔夢 すいむ

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένο όνειρο
  2. 02 χαλαρή ικανοποίηση
酔顔 すいがん

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένο πρόσωπο, μεθυσμένη έκφραση
酔歩蹣跚 すいほまんさん

ουσιαστικό

  1. 01 αστάθιστο βάδισμα λόγω μέθης, ζαλισμένος βηματισμός, παραπατιαστό βάδισμα
酔鯨 すいげい

ουσιαστικό

  1. 01 σουιγκέι
酔象 すいぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πιόνι μεθυσμένος ελέφαντας (σουιζό), το οποίο χρησιμοποιείται σε ορισμένες παραλλαγές του σόγκι
酔わせる よわせる

ρήμα

  1. 01 μεθάω (κάποιον), προκαλώ μέθη, ποτίζω
  2. 02 γοητεύω, μαγεύω, συναρπάζω
酔い醒めの水下戸知らず よいさめのみずげこしらず

άλλο

  1. 01 αυτός που δεν πίνει αλκοόλ δεν γνωρίζει (πόσο απολαυστικό είναι) το νερό όταν ξυπνά μετά από μέθη
  1. 01 μεθυσμένος
  2. 02 νιώθω ναυτία
  3. 03 δηλητηριασμένος
  4. 04 ενθουσιασμένος
  5. 05 μαγεμένος