32 αποτελέσματα για «酢»

酢酸セルロース さくさんセルロース

ουσιαστικό

  1. 01 οξική κυτταρίνη
酢酸繊維素 さくさんせんいそ

ουσιαστικό

  1. 01 οξική κυτταρίνη
酢憤り すむつかり

ουσιαστικό

  1. 01 φαγητό από σιγοβρασμένο κεφάλι σολομού, σόγια, λαχανικά και αποφάγια
酢酸でん粉 さくさんでんぷん

ουσιαστικό

  1. 01 οξικό άμυλο
酢肴 すざかな

ουσιαστικό

  1. 01 ορεκτικό με ξύδι
酢洗い すあらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προετοιμασία τροφής (ιδίως ψαριού) με ξέπλυμα σε ξύδι
酢もみ すもみ

ουσιαστικό

  1. 01 τρίψιμο λαχανικών με ξίδι ή άλλη μαρινάδα
酢イカ すいか

ουσιαστικό

  1. 01 τουρσί σουπιά, τουρσί καλαμάρι
酢酸ビニル樹脂 さくさんビニルじゅし

ουσιαστικό

  1. 01 ρητίνη οξικού βινυλίου
酢酸ビニル さくさんビニル

ουσιαστικό

  1. 01 οξικός βινυλεστέρας
酢豆腐 すどうふ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που προσποιείται ότι γνωρίζει, αυτοανακηρυγμένος ειδικός με επιφανειακές γνώσεις, παντογνώστης, ξερόλας
  1. 01 ξίδι
  2. 02 ξινός
  3. 03 όξινος
  4. 04 στυφός