23 αποτελέσματα για «醜»

醜と美 しゅうとび

άλλο

  1. 01 ασχήμια και ομορφιά
醜語症 しゅうごしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοπρολαλία, ανεξέλεγκτη χρήση αισχρολογίας
  1. 01 άσχημος
  2. 02 ακάθαρτος, βρώμικος
  3. 03 ντροπή
  4. 04 άσχημος, κακομούτσουνος