32 αποτελέσματα για «里»

里地里山 さとちさとやま

ουσιαστικό

  1. 01 ορεινά χωριά και γειτονικές γεωργικές, δασικές κ.λπ. εκτάσεις
里親会 さとおやかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση υιοθεσίας αδέσποτων ζώων
  2. 02 σύλλογος αναδόχων γονέων
里犬 さといぬ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικίδιος σκύλος, οικόσιτος σκύλος
里づくり さとづくり

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη αγροτικής κοινότητας, αναζωογόνηση αγροτικής κοινότητας
里言葉 さとことば

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική διάλεκτος της επαρχίας
  2. 02 κοινωνιόλεκτος ή κρυφή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι ιερόδουλες στις συνοικίες κόκκινων φαναριών κατά την περίοδο Έντο
里偏 さとへん

ουσιαστικό

  1. 01 το ριζικό του χαρακτήρα σατό (χωριό)
里帰り展 さとがえりてん

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση επαναπατρισμένων έργων (για παράδειγμα από το εξωτερικό)
里雪 さとゆき

ουσιαστικό

  1. 01 χιόνι που πέφτει στα χωριά
里長 さとおさ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτάρχης
里海 さとうみ

ουσιαστικό

  1. 01 προστατευόμενη αναξιοποίητη ακτογραμμή κοντά σε κατοικημένες περιοχές, τμήμα του ωκεανού που συνυπάρχει με μια κοντινή κατοικημένη περιοχή
里閭 りりょ

ουσιαστικό

  1. 01 χωριό, οικισμός
  2. 02 πύλη στην είσοδο ενός χωριού, χωριάτικη πύλη
  1. 01 ρι
  2. 02 χωριό
  3. 03 πατρικό σπίτι
  4. 04 λεύγα