55 αποτελέσματα για «針»
針を含む はりをふくむ
άλλο, ρήμα
- 01 πληγώνω τα συναισθήματα κάποιου
針供養 はりくよう
ουσιαστικό
- 01 μνημόσυνο για παλιές βελόνες
針魚 さより
ουσιαστικό
- 01 σαγιόρι (ιαπωνικό είδος μισόραμφου), ακανθοραμφίδα
針魚 はりよ
ουσιαστικό
- 01 Χαριο (είδος αγκαθοπτερυγωτού ψαριού)
針のむしろ はりのむしろ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κρεβάτι από καρφιά, κρεβάτι από αγκάθια, κρεβάτι από βελόνες
針もぐら はりもぐら
ουσιαστικό
- 01 ακανθοχοίρος, μυρμηγκοφάγος με αγκάθια (οικογένεια Tachyglossidae)
針鉄鉱 しんてっこう
ουσιαστικό
- 01 γκαιτίτης
針桑 はりぐわ
ουσιαστικό
- 01 χαρίνγκουα (Cudrania tricuspidata), μανταρινέλο, αγκαθωτή μουριά, καντράνγκ
針金虫 はりがねむし
ουσιαστικό
- 01 οποιοδήποτε νηματώδες σκουλήκι της ομοταξίας γορδιοειδή, γόρδιος σκώληκας (της ομοταξίας γορδιοειδή), σκουλήκι-τρίχα (της ομοταξίας γορδιοειδή)
- 02 συρματοσκώληκας (προνύμφη του ελατηριδίου)
針槐 はりえんじゅ
ουσιαστικό
- 01 ροβίνια η ψευδοακακία, μαύρη ακακία
針の穴から天覗く はりのあなからてんのぞく
άλλο, ρήμα
- 01 έχω περιορισμένη αντίληψη των πραγμάτων, κοιτάζω τον ουρανό μέσα από το μάτι μιας βελόνας
針尾雨燕 はりおあまつばめ
ουσιαστικό
- 01 λευκολαίμης βελονοουράς (είδος σταχτάρας, Hirundapus caudacutus)
針鰻 はりうなぎ
ουσιαστικό
- 01 νεαρό χέλι (είδος χελιού)
針莧 はりびゆ
ουσιαστικό
- 01 αγκαθωτή αμάρανθος (Amaranthus spinosus), αγκαθωτή χοιροβοτάνη, ακανθώδης αμάρανθος, ακανθώδης αμάρανθος
針路を逸れる しんろをそれる
άλλο, ρήμα
- 01 παρεκκλίνω από την πορεία
針を含んだ言葉 はりをふくんだことば
άλλο
- 01 αιχμηρά λόγια, δηκτικά σχόλια
針穴写真機 はりあなしゃしんき
ουσιαστικό
- 01 στενοπική φωτογραφική μηχανή
針の目 はりのめ
ουσιαστικό
- 01 ραφή, βελονιά
- 02 οφθαλμός βελόνας
針孔 めど
ουσιαστικό
- 01 οπή βελόνας
- 02 τρύπα
針ほどのことを棒ほどに言う はりほどのことをぼうほどにいう
άλλο
- 01 υπερβολή, το να κάνει κάποιος την τρίχα τριχιά