36 αποτελέσματα για «鈍»
鈍物 どんぶつ
ουσιαστικό
- 01 ανόητος, κουτός
鈍ら なまくら
επίθετο
- 01 αμβλύς (π.χ. σπαθί), στομωμένος
- 02 τεμπέλης, δειλός, άχρηστος
鈍才 どんさい
ουσιαστικό
- 01 ανοησία, αμβλύνοια, ανόητος άνθρωπος
鈍角 どんかく
ουσιαστικό
- 01 αμβλεία γωνία
鈍根 どんこん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 αμβλύνοος, βραδύνους
鈍す なます
ρήμα
- 01 ανόπτω
鈍ちん にぶちん
ουσιαστικό
- 01 νωθρός, αδιάκριτος (συνήθως για κάποιον που δεν αντιλαμβάνεται τα συναισθήματα των άλλων)
鈍甲 どんこ
ουσιαστικό
- 01 ντονκό, είδος ψαριού της οικογένειας των οδοντοβουτίδων (Odontobutis obscura)
鈍角三角形 どんかくさんかくけい
ουσιαστικό
- 01 αμβλυγώνιο τρίγωνο
鈍黄色 にぶきいろ
ουσιαστικό
- 01 θαμπό κίτρινο
鈍頭 どんとう
ουσιαστικό
- 01 αμβλύς (για σχήμα φύλλου), στρογγυλεμένος
鈍間猿 のろまざる
ουσιαστικό
- 01 λορίς (είδος πρωτεύοντος θηλαστικού)
鈍する どんする
ρήμα
- 01 γίνομαι αμβλύνοος, χάνω την πνευματική μου οξύτητα, γίνομαι αναισθητοποιημένος
鈍臭 のろくさ
επίρρημα, ρήμα
- 01 αργά, νωχελικά
鈍感力 どんかんりょく
ουσιαστικό
- 01 η δύναμη της αναλγησίας (βιβλίο του Τζουνίτσι Ουατανάμπε)
鈍
- 01 αμβλύς
- 02 αργός
- 03 ανόητος
- 04 αμβλύς