37 αποτελέσματα για «鉛»

鉛釉 えんゆう

ουσιαστικό

  1. 01 μολυβδούχο λούστρο (κατασκευή πορσελάνης)
鉛蓄電池 なまりちくでんち

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωρευτής μολύβδου, μπαταρία μολύβδου-οξέος
鉛酢 えんさく

ουσιαστικό

  1. 01 οξικό μόλυβδο, βασικός οξικός μόλυβδος (εκχύλισμα του Γκουλάρντ), διάλυμα οξικού μολύβδου
鉛版 えんばん

ουσιαστικό

  1. 01 στερεότυπο
鉛錘 えんすい

ουσιαστικό

  1. 01 βαρίδι κατακορύφου
鉛公害 なまりこうがい

ουσιαστικό

  1. 01 μόλυνση από μόλυβδο
鉛室法 えんしつほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος μολύβδινων θαλάμων
鉛直面 えんちょくめん

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφο επίπεδο
鉛槧 えんざん

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφή φιλολογικών έργων
鉛筆柏槙 えんぴつびゃくしん

ουσιαστικό

  1. 01 ανατολική κόκκινη κέδρος (Juniperus virginiana), κόκκινη κέδρος, κόκκινος άρκευθος, κέδρος μολυβιών, αρωματική κέδρος
鉛筆の木 えんぴつのき

ουσιαστικό

  1. 01 κέδρος της Βιρτζίνια (Juniperus virginiana)
鉛樹 えんじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 μολυβδένιο δέντρο (μόλυβδος ή ψευδάργυρος σε διάλυμα οξικού μολύβδου)
鉛直圏 えんちょくけん

ουσιαστικό

  1. 01 κατακόρυφος κύκλος
鉛害 えんがい

ουσιαστικό

  1. 01 μόλυνση από μόλυβδο, δηλητηρίαση από μόλυβδο
鉛弾 なまりだま

ουσιαστικό

  1. 01 μολύβδινη σφαίρα
鉛重石 えんじゅうせき

ουσιαστικό

  1. 01 στολσίτης
  1. 01 μόλυβδος