36 αποτελέσματα για «鎌»

鎌状赤血球症 かまじょうせっけっきゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δρεπανοκυτταρική νόσος, δρεπανοκυτταρική αναιμία
鎌海豚 かまいるか

ουσιαστικό

  1. 01 καμάιλουκα, δελφίνι του Ειρηνικού με λευκά πλευρά (Lagenorhynchus obliquidens)
鎌入れ かまいれ

ουσιαστικό

  1. 01 θερισμός
鎌倉彫 かまくらぼり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνοτροπία σκαλίσματος Καμακούρα
鎌継ぎ かまつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδεση με εγκοπή και γλωσσίδι σε σχήμα λαιμού χήνας
鎌髭 かまひげ

ουσιαστικό

  1. 01 μουστάκι σε σχήμα δρεπανιού (το οποίο έφεραν συχνά οι υπηρέτες κατά την περίοδο Έντο)
鎌脚虫 かまあしむし

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτούρουρο (οποιοδήποτε άπτερο έντομο της τάξης Πρωτούρουρα)
鎌形赤血球貧血症 かまがたせっけっきゅうひんけつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δρεπανοκυτταρική αναιμία, δρεπανοκυτταρική νόσος
鎌倉の戦い かまくらのたたかい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Μάχη της Καμακούρα (Πόλεμος Γκενκό· 1333), Πολιορκία της Καμακούρα
鎌尾根 かまおね

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφογραμμή, απότομη ράχη
鎌倉様 かまくらよう

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός Καμακούρα, το ύφος των εθίμων των σαμουράι και των γυναικών τους κατά την περίοδο Καμακούρα
鎌かけ カマかけ

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδευση κάποιου (ώστε να επιβεβαιώσει ή να αποκαλύψει την αλήθεια)
鎌状赤血球 かまじょうせっけっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δρεπανοκύτταρο
鎌倉女子大学 かまくらじょしだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Γυναικείο Κολλέγιο Καμακούρα
鎌倉養護学校 かまくらようごがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό σχολείο Καμακούρα (παλαιότερος τύπος ονομασίας)
  1. 01 δρεπάνι
  2. 02 δάμαλι
  3. 03 τέχνασμα, κόλπο