29 αποτελέσματα για «鎖»

鎖車 くさりぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντωτός τροχός
鎖付図書 くさりつきとしょ

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσοδεμένη βιβλιοθήκη, βιβλιοθήκη όπου τα βιβλία είναι προσαρτημένα στο ράφι τους με αλυσίδα
鎖状化合物 さじょうかごうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοικτή αλυσίδα ένωσης, άκυκλη ένωση
鎖分銅 くさりふんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αλυσίδα με βαρίδι στην άκρη (συνήθως όπλο)
鎖肛 さこう

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάτρητος πρωκτός, πρωκτική ατρησία, απροκτία
鎖港 さこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κλείσιμο λιμένων, αποκλεισμός ξένων πλοίων από λιμένες
鎖吊橋 くさりつりばし

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστή γέφυρα με αλυσίδες
鎖骨下筋 さこつかきん

ουσιαστικό

  1. 01 υποκλείδιος μυς
  1. 01 αλυσίδα
  2. 02 σίδερα
  3. 03 σύνδεση