34 αποτελέσματα για «鏡»
鏡高 きょうこう
ουσιαστικό
- 01 ύψος καθρεφτοστάτη
鏡藷 かがみいも
ουσιαστικό
- 01 Μεταπληξία η ιαπωνική (Metaplexis japonica)
鏡匣 きょうこう
ουσιαστικό
- 01 θήκη καθρέπτη
鏡面反射係数 きょうめんはんしゃけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής κατοπτρικής ανάκλασης
鏡面反射指数 きょうめんはんしゃしすう
ουσιαστικό
- 01 εκθέτης κατοπτρικής ανάκλασης
鏡面反射色 きょうめんはんしゃしょく
ουσιαστικό
- 01 κατοπτρικό χρώμα
鏡貝 かがみがい
ουσιαστικό
- 01 ντοσινία η ιαπωνική (είδος αχιβάδας της οικογένειας Veneridae)
鏡磨ぎ かがみとぎ
ουσιαστικό
- 01 γυάλισμα μεταλλικού κατόπτρου
鏡映文字 きょうえいもじ
ουσιαστικό
- 01 κατοπτρική γραφή, αντεστραμμένη γραφή
鏡裏 きょうり
ουσιαστικό
- 01 είδωλο που καθρεφτίζεται, εσωτερικό καθρέφτη
- 02 άλλη πλευρά καθρέφτη, πίσω όψη καθρέφτη
鏡蓋 ガガブタ
ουσιαστικό
- 01 νυμφόιδες η ινδική (υδροχαρές φυτό)
鏡肌 かがみはだ
ουσιαστικό
- 01 κατοπτρική επιφάνεια ρήγματος
鏡獅子 かがみじし
ουσιαστικό
- 01 καγκαμιτζίσι
鏡
- 01 καθρέφτης
- 02 κολποσκόπιο
- 03 κεφαλή βαρελιού
- 04 στρογγυλό γλύκισμα ρυζιού (ως προσφορά)