27 αποτελέσματα για «鑑»
鑑賞券 かんしょうけん
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο εισόδου (για παράδειγμα για μια ταινία)
鑑定留置 かんていりゅうち
ουσιαστικό
- 01 κράτηση για ψυχιατρικές εξετάσεις, περιορισμός εν αναμονή πραγματογνωμοσύνης
鑑賞会 かんしょうかい
ουσιαστικό
- 01 ειδική προβολή, εκδήλωση παρακολούθησης
鑑賞料 かんしょうりょう
ουσιαστικό
- 01 εισιτήριο (για ταινία, παράσταση κ.λπ.), αντίτιμο εισόδου
鑑識課 かんしきか
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών, ομάδα εγκληματολογικού εργαστηρίου, τμήμα σήμανσης
鑑定医 かんていい
ουσιαστικό
- 01 ιατροδικαστής, ιατρικός πραγματογνώμονας
- 02 δικαστικός ψυχίατρος, ψυχιατρικός πραγματογνώμονας
鑑
- 01 δείγμα, υπόδειγμα
- 02 παίρνω μαθήματα (από), διδάσκομαι (από)
- 03 μαθαίνω (από), διδάσκομαι (από)