26 αποτελέσματα για «閑»

閑雲野鶴 かんうんやかく

ουσιαστικό

  1. 01 ζωή μέσα στη φύση, απαλλαγμένη από τις έγνοιες του κόσμου
閑語 かんご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ψιθυριστή ομιλία, ήσυχη συζήτηση
  2. 02 φλυαρία, ανώφελη συζήτηση
閑所 かんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα, αποχωρητήριο
  2. 02 ήσυχο μέρος
閑寂枯淡 かんじゃくこたん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αισθητική αντίληψη στην ιαπωνική τέχνη που δίνει έμφαση στην ήσυχη απλότητα και την υποτονική φινέτσα
のど

άλλο

  1. 01 ήρεμος, γαλήνιος, ήσυχος, ειρηνικός
  1. 01 ελεύθερος χρόνος