46 αποτελέσματα για «闇»

闇ブローカー やみブローカー

ουσιαστικό

  1. 01 μεσίτης της μαύρης αγοράς
闇営業 やみえいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα, αδιαφανείς συναλλαγές, υπόγεια επιχείρηση
闇闇 やみやみ

επίρρημα

  1. 01 εν αγνοία κάποιου, κρυφά
  2. 02 εύκολα, αβίαστα
闇将軍 やみしょうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ο άνθρωπος πίσω από τον θρόνο, η γκρίζα εξοχότητα, ο ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων, ο άνθρωπος που κινεί τα νήματα, ο σκιώδης σόγκουν
闇物資 やみぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομα αγαθά, εμπορεύματα μαύρης αγοράς
闇汁 やみじる

ουσιαστικό

  1. 01 γιαμιζίρου, σούπα που παρασκευάζεται από υλικά που προσέφεραν τα μέλη μιας παρέας και καταναλώνεται στο σκοτάδι για διασκέδαση
闇夜の烏 やみよのからす

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι δυσδιάκριτο, ένα κοράκι σε μια κατάμαυρη νύχτα
闇穴道 あんけつどう

ουσιαστικό

  1. 01 δρόμος που ακολούθησε κινέζος βουδιστής μοναχός ατζάρι όταν προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα Γκενσό (685-762)
闇夜に鉄砲 やみよにてっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή προσπάθεια, κίνηση στα τυφλά
闇値 やみね

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή μαύρης αγοράς
闇夜に烏 やみよにからす

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που δεν διακρίνεται, ένα κοράκι σε μια κατάμαυρη νύχτα
闇相場 やみそうば

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή μαύρης αγοράς
闇聴 やみテン

ουσιαστικό

  1. 01 βρίσκομαι σε κατάσταση τενπάι χωρίς να δηλώνω ρίτσι
闇再販 やみさいはん

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα στήριξης τιμών για λαθραία εμπορεύματα
闇価格協定 やみかかくきょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη συμφωνία καθορισμού τιμών
闇給与 やみきゅうよ

ουσιαστικό

  1. 01 αδήλωτος μισθός
闇カルテル やみカルテル

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομο καρτέλ
闇夜の鉄砲 やみよのてっぽう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή απόπειρα, σπαζοκεφαλιά, ρίσκο στα τυφλά
闇夜の礫 やみよのつぶて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τυφλή απόπειρα, ρίσκο, κίνηση στο σκοτάδι
闇に鉄砲 やみにてっぽう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ενεργώ στα τυφλά χωρίς συγκεκριμένο στόχο, πυροβολισμός στο σκοτάδι