28 αποτελέσματα για «闘»
闘諍 とうじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πάλη, αγώνας, σύγκρουση
闘茶 とうちゃ
ουσιαστικό
- 01 διαγωνισμός γευσιγνωσίας τσαγιού
闘球 とうきゅう
ουσιαστικό
- 01 ράγκμπι
闘蟋 とうしつ
ουσιαστικό
- 01 αγώνες γρύλων
闘構え とうがまえ
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό τούγκαμαε (σχετικό με τη μάχη)
闘い構え たたかいがまえ
ουσιαστικό
- 01 ριζικό που σημαίνει «μάχη»
闘球盤 とうきゅうばん
ουσιαστικό
- 01 παιχνίδι με τίναγμα δίσκων, κροκινόλ, καρόμ, πίτσνατ
闘
- 01 μάχη, αγώνας
- 02 πόλεμος