91 αποτελέσματα για «阿»

阿片窟 あへんくつ

ουσιαστικό

  1. 01 τεκές οπίου
阿弥陀堂 あみだどう

ουσιαστικό

  1. 01 ναός που στεγάζει εικόνα του Αμιντά
阿鼻 あび

ουσιαστικό

  1. 01 άμπι (το κατώτατο επίπεδο της κόλασης)
阿諛追従 あゆついしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερβολική κολακεία, ανειλικρινής θαυμασμός
阿形 あぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγκιό, μορφή με ανοιχτό στόμα (άγαλμα με ανοιχτό στόμα που συμβολίζει το μισό «α» του «ωμ»)
阿鼻地獄 あびじごく

ουσιαστικό

  1. 01 άβιτζι τζγκόκου (η όγδοη και πιο επώδυνη από τις οκτώ κολάσεις)
阿弥陀経 あみだきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αμιντάκιο, σούτρα της αγνής χώρας
阿字 あじ

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο γράμμα του σανσκριτικού αλφαβήτου (στον εσωτεριστικό Βουδισμό συμβολίζει την πηγή όλων των πραγμάτων)
阿耨多羅三藐三菩提 あのくたらさんみゃくさんぼだい

ουσιαστικό

  1. 01 ανουτάρα σαμιάκ σαμπόντι (ανώτατη τέλεια φώτιση)
阿僧祇 あそうぎ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αριθμός τόσο μεγάλος που δεν μπορεί ποτέ να μετρηθεί
  2. 02 10^56 (ή 10^64)
阿波おどり あわおどり

ουσιαστικό

  1. 01 φεστιβάλ Άουα Όντορι (στο Τοκουσίμα)
阿弥陀三尊 あみださんぞん

ουσιαστικό

  1. 01 τριάδα του Αμιντά, απεικόνιση του Βούδα Αμιντά πλαισιωμένου από τα Μποντισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα και Μαχασθαμαπράπτα
阿修羅道 あしゅらどう

ουσιαστικό

  1. 01 ασουραντό, η σφαίρα των ημίθεων του θυμού στον βουδισμό
阿羅漢 あらかん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάτ
阿媽 アマ

ουσιαστικό

  1. 01 αμά (υπηρέτρια ή παραμάνα από την ανατολική Ασία)
阿兄 あけい

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλύτερος αδελφός, αγαπημένε μου αδελφέ
阿闍世コンプレックス あじゃせコンプレックス

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα του Ατζάσε (αισθήματα ενοχής προς τη μητέρα)
阿片チンキ あへんチンキ

ουσιαστικό

  1. 01 λάδανο, βάμμα οπίου
阿檀 あだん

ουσιαστικό

  1. 01 πάνδανος (Pandanus odorifer), αρωματικό δέντρο σκρουπάιν, κιούδα
阿弥陀にかぶる あみだにかぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φοράω το καπέλο γερμένο προς τα πίσω