100 αποτελέσματα για «降»

降嫁 こうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γάμος αυτοκρατορικής πριγκίπισσας με υπήκοο
降魔 ごうま

ουσιαστικό

  1. 01 υποταγή του δαίμονα
降雪 こうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χιονόπτωση, χιόνι
降水確率 こうすいかくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 πιθανότητα βροχόπτωσης, πιθανότητα βροχής
降板 こうばん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρώ από το μάουντ, απομακρύνομαι από τον αγώνα λόγω κακής απόδοσης
  2. 02 παραιτούμαι, αποχωρώ από τη θέση μου, αποσύρομαι
降霊 こうれい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσκληση πνευμάτων, επίκληση πνευμάτων
  2. 02 επικοινωνία με πνεύματα, επικοινωνία με τους νεκρούς, πνευματισμός
降り止む ふりやむ

ρήμα

  1. 01 σταματώ να βρέχω ή να χιονίζω
降雨 こうう

ουσιαστικό

  1. 01 βροχόπτωση, βροχή
降り口 おりぐち

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή σκάλας, τέρμα κυλιόμενου διαδρόμου
  2. 02 έξοδος (π.χ. λεωφορείου), σκαλοπάτια αποβίβασης (από λεωφορείο κ.ά.)
降霊術 こうれいじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 νεκρομαντεία, πνευματισμός, πνευματισμός
降誕祭 こうたんさい

ουσιαστικό

  1. 01 Χριστούγεννα, Γέννηση
  2. 02 εορτασμός της γενέθλιας ημέρας ενός αγίου ή σπουδαίου προσώπου
降誕 こうたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γέννηση (αγίου, μονάρχη κ.λπ.), θεία γέννηση
降水量 こうすいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος υετού, ποσότητα βροχοπτώσεων
降着 こうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσγείωση, άφιξη στο έδαφος, πτώση στη θάλασσα
  2. 02 υποβιβασμός
  3. 03 συσσώρευση, προσαύξηση
降神 こうしん

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματισμός, πνευματιστική διδασκαλία
降り込む ふりこむ

ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι (για βροχή ή χιόνι), φυσώ μέσα (από τον άνεμο)
降下部隊 こうかぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 αεραποβατική μονάδα
降雨量 こううりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος βροχόπτωσης
降車ボタン こうしゃボタン

ουσιαστικό

  1. 01 κουμπί στάσης (σε λεωφορείο)
降水 こうすい N1

ουσιαστικό

  1. 01 βροχόπτωση, υετός