65 αποτελέσματα για «限»
限界状況 げんかいじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 κρίσιμη κατάσταση
限局性 げんきょくせい
ουσιαστικό
- 01 εντοπισμένος, περιορισμένος
限界効用 げんかいこうよう
ουσιαστικό
- 01 οριακή χρησιμότητα
限定詞 げんていし
ουσιαστικό
- 01 προσδιοριστικό, περιοριστικός όρος, προσδιοριστική λέξη
限り無し きりなし
ουσιαστικό
- 01 απεραντοσύνη, έλλειψη ορίων, απειρότητα
- 02 αδιακοπία, συνεχής ροή
限度枠 げんどわく
ουσιαστικό
- 01 επιτρεπτό όριο, πλαίσιο, περιορισμός
限度額適用認定証 げんどがくてきようにんていしょう
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό εφαρμογής ανώτατου ορίου δαπανών
限界ゲージ げんかいゲージ
ουσιαστικό
- 01 ρυθμιστής ορίων, μετρητής ορίων
限定出版 げんていしゅっぱん
ουσιαστικό
- 01 περιορισμένη έκδοση
限性遺伝 げんせいいでん
ουσιαστικό
- 01 φυλοπεριορισμένη κληρονομικότητα
限界利益 げんかいりえき
ουσιαστικό
- 01 περιθωριακό κέρδος, οριακό εισόδημα
限り限り ぎりぎり
επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 οριακά, μόλις και μετά βίας, στο όριο, την τελευταία στιγμή
限りなく かぎりなく
άλλο, επίρρημα
- 01 απεριόριστα, δίχως όριο, ατελείωτα, δίχως τέλος, άπειρα, υπερβολικά
限界顕微鏡 げんかいけんびきょう
ουσιαστικό
- 01 μικροσκόπιο μεγάλης μεγέθυνσης
限局性回腸炎 げんきょくせいかいちょうえん
ουσιαστικό
- 01 εντοπισμένη ειλεΐτιδα, περιφερική ειλεΐτιδα
限界効用逓減の法則 げんかいこうようていげんのほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας
限界効用均等の法則 げんかいこうようきんとうのほうそく
ουσιαστικό
- 01 νόμος της εξίσωσης της οριακής χρησιμότητας
限界費用 げんかいひよう
ουσιαστικό
- 01 οριακό κόστος
限界利潤 げんかいりじゅん
ουσιαστικό
- 01 οριακό κέρδος
限界消費性向 げんかいしょうひせいこう
ουσιαστικό
- 01 οριακή ροπή προς κατανάλωση