126 αποτελέσματα για «陰»

陰核 いんかく

ουσιαστικό

  1. 01 κλειτορίδα
陰核 へのこ

ουσιαστικό

  1. 01 όρχεις
  2. 02 πέος
陰毛 いんもう

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοφυΐα της ηβικής περιοχής
いん

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικός
  2. 02 γιν
  3. 03 κρυφό μέρος, αθέατο τμήμα, ιδιωτική τοποθεσία
陰嚢 いんのう

ουσιαστικό

  1. 01 όσχεο
陰嚢 ふぐり

ουσιαστικό

  1. 01 όσχεο
  2. 02 κουκουνάρι
陰性 いんせい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αρνητικός (αποτέλεσμα)
  2. 02 κατηφής, αρνητικός (π.χ. στάση), απαισιόδοξος
陰陽道 おんみょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ονμιοντό, ο δρόμος του γιν και του γιανγκ, απόκρυφο σύστημα μαντείας βασισμένο στην ταοϊστική θεωρία των πέντε στοιχείων
陰謀論 いんぼうろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία συνωμοσίας
陰気くさい いんきくさい

επίθετο

  1. 01 ζοφερός, κατηφής
陰口をたたく かげぐちをたたく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κακολογώ, συκοφαντώ κάποιον πίσω από την πλάτη του
陰と陽 いんとよう

άλλο

  1. 01 το θετικό και το αρνητικό
陰陽寮 おんようりょう

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο ονμιορυό, κυβερνητική υπηρεσία υπεύθυνη για αστρονομικές παρατηρήσεις, μαντεία και σύνταξη ημερολογίων (υπό το σύστημα ριτσουριό)
陰々 いんいん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σκοτεινός και έρημος, κατηφής
陰々滅々 いんいんめつめつ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ζοφερός και καταθλιπτικός, πένθιμος
陰陽五行 いんようごぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 οι κοσμικές δυϊκές δυνάμεις (γιν και γιανγκ) και τα πέντε στοιχεία (μέταλλο, ξύλο, νερό, φωτιά και γη) στην κινεζική κοσμολογία
陰謀説 いんぼうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία συνωμοσίας
陰に陽に いんにように

επίρρημα

  1. 01 φανερά και κρυφά, δημόσια και ιδιωτικά, έμμεσα και άμεσα
陰謀を企てる いんぼうをくわだてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνωμοτώ εναντίον
陰謀家 いんぼうか

ουσιαστικό

  1. 01 συνωμότης, σκευωρός