29 αποτελέσματα για «陶»
陶の人形 とうのにんぎょう
ουσιαστικό
- 01 κεραμικό ειδώλιο
陶盤 すえざら
ουσιαστικό
- 01 κεραμικό πιάτο
陶磁器店 とうじきてん
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα κεραμικών
陶歯 とうし
ουσιαστικό
- 01 πορσελάνινο δόντι
陶物師 すえものし
ουσιαστικό
- 01 αγγειοπλάστης, κεραμίστας
陶朱猗頓の富 とうしゅいとんのとみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τεράστιος πλούτος, πάμπλουτος άνθρωπος
陶芸品 とうげいひん
ουσιαστικό
- 01 κεραμικό έργο τέχνης, κεραμικό αντικείμενο
陶画 とうが
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφιά πάνω σε πορσελάνη, ζωγραφική σε πορσελάνη
陶
- 01 κεραμικά
- 02 πορσελάνη