52 αποτελέσματα για «陽»

陽イオン ようイオン

ουσιαστικό

  1. 01 κατιόν
陽物 ようぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φαλλός, πέος
陽線 ようせん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή κηροπήγιο (σε διάγραμμα κηροπηγίων), ανοδική κηροπήγιο
陽極 ようきょく

ουσιαστικό

  1. 01 άνοδος, θετικός πόλος, θετικός ακροδέκτης
陽画 ようが

ουσιαστικό

  1. 01 θετικός (φωτογραφική) εκτύπωση
陽刻 ようこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγλυφο (σκάλισμα)
陽圧 ようあつ

ουσιαστικό

  1. 01 θετική πίεση
陽忍 ようにん

ουσιαστικό

  1. 01 διεξαγωγή επιχειρήσεων φανερά (για νίντζα)
陽子線 ようしせん

ουσιαστικό

  1. 01 δέσμη πρωτονίων
陽転 ようてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θετική αντίδραση (σε ιατρική εξέταση)
陽性的中率 ようせいてきちゅうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 θετική προγνωστική αξία
陽的 ようてき

επίθετο

  1. 01 φανερός, ρητός
陽電子放射断層撮影 ようでんしほうしゃだんそうさつえい

ουσιαστικό

  1. 01 τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων, PET
陽報 ようほう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια ανταμοιβή (για ανώνυμη πράξη αγαθοεργίας)
陽皮 ようひ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροποσθία
陽の皮 ようのかわ

ουσιαστικό

  1. 01 ακροποσθία
陽電気 ようでんき

ουσιαστικό

  1. 01 θετικό φορτίο, θετικός ηλεκτρισμός
陽極線 ようきょくせん

ουσιαστικό

  1. 01 άνοδος ακτίνα, θετική ακτίνα, κανάλι ακτίνα
陽極板 ようきょくばん

ουσιαστικό

  1. 01 θετική πλάκα, ανόδικη πλάκα
陽爻 ようこう

ουσιαστικό

  1. 01 γιανγκ γιάο (αδιάσπαστη γραμμή που αποτελεί το ένα τρίτο ενός τριγράμμου)