61 αποτελέσματα για «階»

階調 かいちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαβάθμιση, ντεγκραντέ
階段教室 かいだんきょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αμφιθέατρο
階乗 かいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγοντικός
階層化 かいそうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαστρωμάτωση, ιεράρχηση, στρωμάτωση, ταξινόμηση σε επίπεδα
階段ホール かいだんホール

ουσιαστικό

  1. 01 κλιμακοστάσιο
階級差別 かいきゅうさべつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταξικός διαχωρισμός, ταξικές διακρίσεις
階差 かいさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά
階層表示 かいそうひょうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχική απεικόνιση
階段の吹き抜け かいだんのふきぬけ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κλιμακοστάσιο
階段箪笥 かいだんたんす

ουσιαστικό

  1. 01 συρταριέρα που λειτουργεί και ως σκάλα
階建 かいだて

επίθημα

  1. 01 πολυώροφο κτίριο
階層関係 かいそうかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχική σχέση
階名 かいめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα νότας σε σύστημα κινητής τονικής
階差数列 かいさすうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακολουθία διαφορών
階級政党 かいきゅうせいとう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξικό κόμμα
階段耕作 かいだんこうさく

ουσιαστικό

  1. 01 πεζουλοκαλλιέργεια
階高 かいだか

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος ορόφου, ύψος πατώματος
階層アーキテクチャ かいそうアーキテクチャ

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχική αρχιτεκτονική
階層ディレクトリ かいそうディレクトリ

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχικός κατάλογος
階層ファイルモデル かいそうファイルモデル

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραρχικό μοντέλο αρχείων