37 αποτελέσματα για «随»
随喜の涙を流す ずいきのなみだをながす
άλλο, ρήμα
- 01 δακρύζω από χαρά, κλαίω από ευτυχία
随筆家 ずいひつか
ουσιαστικό
- 01 δοκιμιογράφος
随意的 ずいいてき
επίθετο
- 01 προαιρετικός, εθελοντικός
随伴現象 ずいはんげんしょう
ουσιαστικό
- 01 συνοδό φαινόμενο
随に まにまに
επίρρημα
- 01 στο έλεος (π.χ. των κυμάτων), ακολουθώντας (π.χ. τον άνεμο)
随伴植物 ずいはんしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 συνοδά φυτά
随喜渇仰 ずいきかつごう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 λατρεία με ευλάβεια, έντονος θαυμασμός
随感 ずいかん
ουσιαστικό
- 01 τυχαίες σκέψεις, περιστασιακές εντυπώσεις
随伴現象説 ずいはんげんしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 επιφαινομενοκρατία
随従者 ずいじゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ακόλουθος, συνοδός
随意契約 ずいいけいやく
ουσιαστικό
- 01 απευθείας ανάθεση, συμβόλαιο με διαπραγμάτευση, σύμβαση περιορισμένου διαγωνισμού
随星 ずいせい
ουσιαστικό
- 01 συνοδός αστέρας
随伴行列 ずいはんぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 συζυγής ανάστροφος πίνακας, ερμιτιανός συζυγής πίνακας
随伴水 ずいはんすい
ουσιαστικό
- 01 παραγόμενο νερό (παραπροϊόν εξόρυξης πετρελαίου)
随伴関手 ずいはんかんしゅ
ουσιαστικό
- 01 συζυγείς συναρτητές
随想録 ずいそうろく
ουσιαστικό
- 01 δοκίμια (του Μισέλ ντε Μοντέν)
随
- 01 ακολουθώ
- 02 αν και, μολονότι
- 03 παρά, παρόλα αυτά
- 04 ενώ, καθώς
- 05 κατά τη διάρκεια
- 06 και οι δύο
- 07 όλοι, όλα
- 08 υπακούω
- 09 υποτάσσομαι σε
- 10 συμμορφώνομαι
- 11 στο έλεος (των κυμάτων)