31 αποτελέσματα για «隔»

隔心 かくしん

ουσιαστικό

  1. 01 συγκράτηση, αποξένωση, απομάκρυνση
隔離病舎 かくりびょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 θάλαμος απομόνωσης
隔膜 かくまく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρισμα, διάφραγμα
隔離命令 かくりめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή απομόνωσης
隔膜法 かくまくほう

ουσιαστικό

  1. 01 διαφραγματική μέθοδος
隔離説 かくりせつ

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία απομόνωσης
隔離分布 かくりぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνεχής κατανομή
隔て心 へだてごころ

ουσιαστικό

  1. 01 επιφυλακτικότητα, αποξένωση, απομάκρυνση
隔離病室 かくりびょうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 θάλαμος απομόνωσης
隔つ へだつ

ρήμα

  1. 01 απέχω
  2. 02 χωρίζω, απομονώνω, διαχωρίζω, διαιρώ
  1. 01 απομονώνω
  2. 02 εναλλάσσω
  3. 03 απόσταση
  4. 04 χωρίζω
  5. 05 χάσμα