45 αποτελέσματα για «障»

障害者福祉 しょうがいしゃふくし

ουσιαστικό

  1. 01 πρόνοια για άτομα με αναπηρία
障害走 しょうがいそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας δρόμου με εμπόδια, δρόμος με εμπόδια
障害馬術 しょうがいばじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιππική υπερπήδηση εμποδίων (ιππικό άθλημα)
障泥 あおり

ουσιαστικό

  1. 01 πτερύγιο σέλας
障屏 しょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίσματα σε ιαπωνική κατοικία (π.χ. παραβάν, συρόμενες πόρτες κ.λπ.)
障害競走 しょうがいきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποδρομία με εμπόδια
障害者教育 しょうがいしゃきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία, ειδική αγωγή
障害地点 しょうがいちてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο εμποδίου, σημείο φραγής
障害復旧 しょうがいふっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκατάσταση μετά από καταστροφή, εξάλειψη βλαβών, αποκατάσταση βλαβών
障泥烏賊 アオリイカ

ουσιαστικό

  1. 01 καλαμάρι της οικογένειας Sepioteuthis lessoniana, ωοειδές καλαμάρι
障害迂回 しょうがいうかい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτόματη μετάβαση σε εφεδρικό σύστημα, παράκαμψη βλάβης
障害しきい値 しょうがいしきいち

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι σφάλματος
障害セクタ しょうがいセクタ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαττωματικός τομέας
障害回復 しょうがいかいふく

ουσιαστικό

  1. 01 αποκατάσταση σφαλμάτων
障害追跡 しょうがいついせき

ουσιαστικό

  1. 01 εντοπισμός σφαλμάτων
障害率しきい値 しょうがいりつしきいち

ουσιαστικό

  1. 01 κατώφλι ποσοστού σφαλμάτων
障害者職業能力開発校 しょうがいしゃしょくぎょうのうりょくかいはつこう

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματική σχολή κατάρτισης για άτομα με αναπηρία
障害児教育 しょうがいじきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαίδευση παιδιών με αναπηρία
障害児学級 しょうがいじがっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό τμήμα για παιδιά με αναπηρίες, τμήμα ειδικής αγωγής
障害者雇用促進法 しょうがいしゃこようそくしんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για την προώθηση της απασχόλησης ατόμων με αναπηρία