44 αποτελέσματα για «隣»

隣の芝は青い となりのしばはあおい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το γειτονικό γρασίδι φαίνεται πάντα πιο πράσινο (εκφράζει την τάση να ζηλεύουμε αυτό που έχουν οι άλλοι θεωρώντας το καλύτερο από το δικό μας)
隣接地 りんせつち

ουσιαστικό

  1. 01 παρακείμενη έκταση, γειτονικό οικόπεδο
隣保 りんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικό σπίτι, γείτονες
隣接県 りんせつけん

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός νομός
隣人トラブル りんじんトラブル

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά με γείτονα, γειτονικός καβγάς, παράπονο από γείτονα
隣の花は赤い となりのはなはあかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 το γρασίδι του γείτονα φαίνεται πάντα πιο πράσινο, τα λουλούδια του γείτονα είναι πάντα πιο κόκκινα
隣保館 りんぽかん

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο κοινωνικής μέριμνας, σπίτι της γειτονιάς, εθελοντική δομή κοινωνικής πρόνοιας
隣接部隊 りんせつぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικές μονάδες
隣の糂粏味噌 となりのじんだみそ

άλλο

  1. 01 το γρασίδι είναι πάντα πιο πράσινο στο διπλανό κήπο, το σιτάρι του γείτονα φαίνεται πάντα πιο γεμάτο (μεταφορική έκφραση για τον φθόνο προς τον γείτονα)
隣付き合い となりづきあい

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικές σχέσεις, σχέσεις με τους γείτονες
隣保事業 りんぽじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική πρόνοια, κοινωνική εργασία, δραστηριότητα κοινωνικής αλληλεγγύης
隣接した りんせつした

άλλο

  1. 01 παρακείμενος, γειτονικός, όμορος
隣る となる

ρήμα

  1. 01 γειτονεύω, εφάπτομαι, βρίσκομαι δίπλα σε, συνορεύω
隣接ドメイン りんせつドメイン

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός τομέας
隣接ノード りんせつノード

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός κόμβος
隣接局 りんせつきょく

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικό γραφείο, παρακείμενο γραφείο
隣接局通知 りんせつきょくつうち

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση γειτονικού σταθμού
隣接節点 りんせつせってん

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικός κόμβος
隣接単位料金区域 りんせつたんいりょうきんくいき

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονική ζώνη χρέωσης μηνυμάτων
隣接定義域 りんせつていぎいき

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονικό πεδίο ορισμού