32 αποτελέσματα για «雁»

雁の使い かりのつかい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή, αγγελιοφόρος που μεταφέρει επιστολή
雁の文 かりのふみ

ουσιαστικό

  1. 01 επιστολή
雁の便り かりのたより

ουσιαστικό

  1. 01 γράμμα
雁骨 かりがねぼね

ουσιαστικό

  1. 01 ωμοπλάτη, κοκκαλάκι του ώμου
雁爪 がんづめ

ουσιαστικό

  1. 01 σκαλιστήρι με δόντια, τσουγκράνα για το στρώσιμο κάρβουνου
雁足 がんそく

ουσιαστικό

  1. 01 στρουθοπτέριδα (Onoclea orientalis)
雁木鱝 ガンギエイ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλάχι (οικογένεια Rajidae, ειδικότερα το είδος Dipturus kwangtungensis)
雁首草 がんくびそう

ουσιαστικό

  1. 01 καρπέσιο το διχαλοειδές (είδος ανθοφόρου φυτού)
かり

ουσιαστικό

  1. 01 αγριόχηνα
  2. 02 βάλανος, κεφαλή του πέους
雁瘡 がんがさ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύμα, κνησμός
がん

ουσιαστικό

  1. 01 γκαν
  2. 02 Οι Άγριες Χήνες (μυθιστόρημα του 1913 από τον Μόρι Ογκάι)
  1. 01 αγριόχηνα