31 αποτελέσματα για «雅»
雅馴 がじゅん
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 κομψός, καλλιεργημένος (για πεζό λόγο κ.λπ.)
雅客 がかく
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος των γραμμάτων, καλλιεργημένος άνθρωπος, γνώστης της τέχνης
- 02 νάκισσος
雅俗混交 がぞくこんこう
ουσιαστικό
- 01 μίξη λόγιου και λαϊκού στοιχείου, μείξη επίσημης και καθημερινής γλώσσας
雅びた みやびた
άλλο
- 01 κομψός, χαριτωμένος
雅び男 みやびお
ουσιαστικό
- 01 κομψός και καλλιεργημένος άνδρας
雅楽頭 うたのかみ
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός μουσικών της αυλής (σύστημα ριτσουριό)
雅楽助 うたのすけ
ουσιαστικό
- 01 πρώτος βοηθός μουσικός της αυλής (σύστημα ριτσουριό)
雅楽允 うたのじょう
ουσιαστικό
- 01 δεύτερος βοηθός μουσικός της αυλής (σύστημα ριτσουριό)
雅楽属 うたのさかん
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωτής βοηθός αυλικός μουσικός (σύστημα ριτσουριό)
雅宴画 がえんが
ουσιαστικό
- 01 κομψή εορτή (fête galante)
雅
- 01 ευγενικός
- 02 κομψός
- 03 χαριτωμένος
- 04 εκλεπτυσμένος