37 αποτελέσματα για «雇»
雇用状況 こようじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 κατάσταση απασχόλησης, εργασιακό περιβάλλον, αγορά εργασίας
雇用制度 こようせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα απασχόλησης
雇い口 やといぐち
ουσιαστικό
- 01 θέση εργασίας, απασχόληση
雇用調整 こようちょうせい
ουσιαστικό
- 01 προσαρμογή απασχόλησης, προσαρμογή των ρυθμίσεων απασχόλησης (αριθμός προσωπικού, υπερωρίες, κ.λπ.) ώστε να αντικατοπτρίζονται οι μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές συνθήκες
雇用証明書 こようしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 βεβαίωση εργασίας, πιστοποιητικό απασχόλησης
雇用凍結 こようとうけつ
ουσιαστικό
- 01 πάγωμα προσλήψεων
雇用国 こようこく
ουσιαστικό
- 01 χώρα απασχόλησης
雇用流動化 こようりゅうどうか
ουσιαστικό
- 01 κινητικότητα στην απασχόληση, ρευστότητα στην απασχόληση
雇用可能人口 こようかのうじんこう
ουσιαστικό
- 01 εργατικό δυναμικό
雇用環境 こようかんきょう
ουσιαστικό
- 01 εργασιακό περιβάλλον
雇調金 こちょうきん
ουσιαστικό
- 01 επιδότηση προσαρμογής απασχόλησης, επιχορήγηση για την προσαρμογή της απασχόλησης, επιχορήγηση για την κάλυψη του κόστους απολύσεων
雇用機会 こようきかい
ουσιαστικό
- 01 ευκαιρία απασχόλησης
雇用保険被保険者証 こようほけんひほけんしゃしょう
ουσιαστικό
- 01 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφάλισης ανεργίας
雇い入れ やといいれ
ουσιαστικό
- 01 πρόσληψη, απασχόληση
雇用総局 こようそうきょく
ουσιαστικό
- 01 γενική διεύθυνση απασχόλησης
雇用促進事業団 こようそくしんじぎょうだん
ουσιαστικό
- 01 Οργανισμός Προώθησης της Απασχόλησης
雇
- 01 απασχολώ
- 02 προσλαμβάνω