35 αποτελέσματα για «零»
零し合い こぼしあい
ουσιαστικό
- 01 παράπονο, γκρίνια, συζήτηση παραπόνων
零行列 れいぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 μηδενικός πίνακας
零和ゲーム れいわゲーム
ουσιαστικό
- 01 παίγνιο μηδενικού αθροίσματος
零余子蕁麻 むかごいらくさ
ουσιαστικό
- 01 Λαπόρτεια η βολβοφόρος (είδος φυτού που μοιάζει με τσουκνίδα)
零因子 ゼロいんし
ουσιαστικό
- 01 μηδενικός διαιρέτης, μηδενικός παράγοντας
零れ幸い こぼれざいわい
ουσιαστικό
- 01 απροσδόκητη καλή τύχη, απρόσμενο κέρδος
零元 れいげん
ουσιαστικό
- 01 μηδενικό στοιχείο
零本 れいほん
ουσιαστικό
- 01 αποσπασματικά κατάλοιπα μιας μεγάλης σειράς γραπτών, ο μεμονωμένος τόμος, μερικές σελίδες
零余子虎の尾 むかごとらのお
ουσιαστικό
- 01 ζιζάνιο του βουνού (Βιστόρτα η ζωοτόκος)
零集合 れいしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 κενό σύνολο, σύνολο μηδενικού μέτρου
零票確認 れいひょうかくにん
ουσιαστικό
- 01 επιβεβαίωση μηδενικών ψήφων (η διαδικασία κατά την οποία διαπιστώνεται ότι η κάλπη είναι άδεια πριν ξεκινήσει η ψηφοφορία, η οποία πραγματοποιείται από τον πρώτο ψηφοφόρο σε κάθε εκλογικό τμήμα)
零距離射撃 ゼロきょりしゃげき
ουσιαστικό
- 01 βολή από μηδενική απόσταση, βολή εξ επαφής
零距離 ゼロきょり
ουσιαστικό
- 01 μηδενική απόσταση, πολύ κοντινή εμβέλεια
零れだす こぼれだす
ρήμα
- 01 ξεχειλίζω, υπερχειλίζω, αρχίζω να χύνομαι, ξεσπώ (π.χ. δάκρυα), αναβλύζω
零
- 01 μηδέν
- 02 χύσιμο, διαρροή
- 03 υπερχείλιση
- 04 τίποτα
- 05 μηδέν, κώδικας