24 αποτελέσματα για «需»
需給逼迫 じゅきゅうひっぱく
ουσιαστικό
- 01 στενότητα προσφοράς και ζήτησης, έλλειψη ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης
需要家 じゅようか
ουσιαστικό
- 01 καταναλωτής (προϊόντος, υπηρεσίας κ.λπ.), πελάτης, τελικός χρήστης
- 02 καταναλωτής (στην τροφική αλυσίδα)
需要過多 じゅようかた
ουσιαστικό
- 01 υπερβάλλουσα ζήτηση
需
- 01 ζήτηση
- 02 αίτημα
- 03 ανάγκη