120 αποτελέσματα για «静»

静止画 せいしが

ουσιαστικό

  1. 01 στατική εικόνα
静穏 せいおん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γαλήνη, ηρεμία, αναταραχή, αταραξία, ησυχία
静音 せいおん

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλός θόρυβος (μηχανής, συσκευής, κ.λπ.), αθόρυβος (συσκευή)
静的 せいてき N1

επίθετο

  1. 01 στατικός
静物 せいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακίνητο αντικείμενο, αντικείμενο σε ηρεμία
  2. 02 νεκρή φύση (ζωγραφική, σχέδιο)
静止状態 せいしじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση ηρεμίας
静物画 せいぶつが

ουσιαστικό

  1. 01 νεκρή φύση (ζωγραφική, σχέδιο)
静止画像 せいしがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 φόντο, στατική εικόνα
静止軌道 せいしきどう

ουσιαστικό

  1. 01 γεωστατική τροχιά, γεωσύγχρονη τροχιά
静と動 せいとどう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ακινησία και κίνηση
静止衛星 せいしえいせい

ουσιαστικό

  1. 01 γεωστατικός δορυφόρος
静脈注射 じょうみゃくちゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφλέβια ένεση
静脈瘤 じょうみゃくりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κιρσός, φλεβεκτασία, κιρσοειδής φλέβα
静かの海 しずかのうみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 Θάλασσα της Ηρεμίας (σεληνιακή θάλασσα), Θάλασσα της Ηρεμίας, Θάλασσα της Ηρεμίας
静寂 しじま

ουσιαστικό

  1. 01 σιωπή, ησυχία, ηρεμία
静注 じょうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφλέβια ένεση, ενδοφλέβια χορήγηση
静音性 せいおんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ησυχία, χαμηλός θόρυβος
静座 せいざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι ήρεμα και σιωπηλά (δηλαδή για να διαλογιστώ)
静思 せいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαλογισμός
静夜 せいや

ουσιαστικό

  1. 01 ήσυχη νύχτα