403 αποτελέσματα για «非»

非ず あらず

άλλο

  1. 01 δεν είμαι, δεν είναι
  2. 02 δεν υπάρχω, δεν υπάρχει
非常用 ひじょうよう

ουσιαστικό

  1. 01 για χρήση σε έκτακτη ανάγκη
非科学的 ひかがくてき

επίθετο

  1. 01 μη επιστημονικός
非現実 ひげんじつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωπραγματικότητα, μη πραγματικότητα
非効率 ひこうりつ

επίθετο

  1. 01 αναποτελεσματικός, μη αποδοτικός
非を認める ひをみとめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραδέχομαι το σφάλμα μου, αναγνωρίζω το λάθος μου
非公開 ひこうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτικός, μη δημόσιος, μυστικός, κεκλεισμένων των θυρών, κλειστός
非常食 ひじょうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τροφή ανάγκης, προμήθειες εκτάκτου ανάγκης
非人間的 ひにんげんてき

επίθετο

  1. 01 απάνθρωπος, ανήθικος
非常灯 ひじょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 φως έκτακτης ανάγκης, λάμπα ανάγκης
非効率的 ひこうりつてき

επίθετο

  1. 01 αναποτελεσματικός
非協力的 ひきょうりょくてき

επίθετο

  1. 01 μη συνεργάσιμος, μη υποβοηθητικός
非日常的 ひにちじょうてき

επίθετο

  1. 01 ασυνήθιστος, περίεργος, απροσδόκητος
非対称 ひたいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασυμμετρία, έλλειψη συμμετρίας
非通知 ひつうち

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεφωνικές κλήσεις με απόκρυψη αριθμού
非の打ち所がない ひのうちどころがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 άψογος, αψεγάδιαστος, τέλειος, ανεπίληπτος, υπεράνω κριτικής, χωρίς κανένα ελάττωμα
非行 ひこう N3

ουσιαστικό

  1. 01 παραβατικότητα, ανάρμοστη συμπεριφορά
非合理的 ひごうりてき

επίθετο

  1. 01 παράλογος
非業の死 ひごうのし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αδόκητος θάνατος, βίαιος θάνατος
非常勤 ひじょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 μερική απασχόληση