45 αποτελέσματα για «預»
預託金 よたくきん
ουσιαστικό
- 01 κατατεθειμένο χρηματικό ποσό, εγγύηση
預金準備率 よきんじゅんびりつ
ουσιαστικό
- 01 λόγος μετρητών προς καταθέσεις
預金保険機構 よきんほけんきこう
ουσιαστικό
- 01 οργανισμός ασφάλισης καταθέσεων
預け主 あずけぬし
ουσιαστικό
- 01 καταθέτης
預入 よにゅう
ουσιαστικό
- 01 κατάθεση
預け物 あずけもの
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο που παραδίδεται προς φύλαξη
預かり主 あずかりぬし
ουσιαστικό
- 01 άτομο στο οποίο εμπιστεύεται κάποιος τα χρήματα, τα υπάρχοντα, τη γη του κ.λπ., θεματοφύλακας
預金保険制度 よきんほけんせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ασφάλισης καταθέσεων
預かり資産 あずかりしさん
ουσιαστικό
- 01 υπό κατάθεση περιουσιακά στοιχεία, περιουσιακά στοιχεία υπό φύλαξη, καταθετικά στοιχεία
預金保険 よきんほけん
ουσιαστικό
- 01 ασφάλιση καταθέσεων
預け あずけ
ουσιαστικό
- 01 φύλαξη, κράτηση, παράδοση (για αποσκευές)
預け金 あずけきん
ουσιαστικό
- 01 χρηματική εγγύηση ενοικίου, χρηματικό ποσό που καταβάλλεται ως εγγύηση
預血 よけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιμοδοσία (σε τράπεζα αίματος)
預貸率 よたいりつ
ουσιαστικό
- 01 δείκτης δανείων προς καταθέσεις
預金保護 よきんほご
ουσιαστικό
- 01 εγγύηση τραπεζικών καταθέσεων
預金保証 よきんほしょう
ουσιαστικό
- 01 εγγύηση τραπεζικών καταθέσεων
預金利率 よきんりりつ
ουσιαστικό
- 01 επιτόκιο κατάθεσης
預貯金残高 よちょきんざんだか
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού
預金残高証明書 よきんざんだかしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 βεβαίωση υπολοίπου τραπεζικού λογαριασμού, πιστοποιητικό τραπεζικού υπολοίπου
預託証券 よたくしょうけん
ουσιαστικό
- 01 αποθετήριο έγγραφο