32 αποτελέσματα για «頬»
頬筋 きょうきん
ουσιαστικό
- 01 παρειακός μυς
頬の削げた ほおのそげた
άλλο
- 01 με κοίλα μάγουλα
頬っ被り ほっかむり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάλυψη του κεφαλιού με μαντίλι ή σάλι, δέσιμο υφάσματος γύρω από το κεφάλι
- 02 προσποίηση άγνοιας, εθελοτυφλία
頬側 きょうそく
ουσιαστικό
- 01 παρειακός
頬白鮫 ほおじろざめ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος λευκός καρχαρίας, λευκός καρχαρίας (Carcharodon carcharias)
頬白鴨 ほおじろがも
ουσιαστικό
- 01 βουκεφάλα (είδος πάπιας, Bucephala clangula)
頬を張る ほおをはる
άλλο, ρήμα
- 01 χαστουκίζω κάποιον στο πρόσωπο
頬黒守宮 ホオグロヤモリ
ουσιαστικό
- 01 κοινή οικιακή σαύρα (Hemidactylus frenatus), ασιατική οικιακή σαύρα
頬をつねる ほおをつねる
άλλο, ρήμα
- 01 τσιμπώ το μάγουλο κάποιου
- 02 τσιμπώ το μάγουλο μου (για να βεβαιωθώ ότι δεν ονειρεύομαι, ιδίως όταν ακούω ευχάριστα νέα, βιώνω κάτι τυχερό κ.λπ.)
頬赤 ホオアカ
ουσιαστικό
- 01 χοοάκα (Emberiza fucata), τσιροπρίχτης
頬動脈 きょうどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 παρειακή αρτηρία
頬
- 01 μάγουλα
- 02 σαγόνι