30 αποτελέσματα για «額»

額面超過額 がくめんちょうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρ το άρτιο ποσό
額紫陽花 がくあじさい

ουσιαστικό

  1. 01 γκακουατζισάι (είδος ορτανσίας με επίπεδη ταξιανθία, Hydrangea macrophylla f. normalis)
額烏帽子 ひたいえぼし

ουσιαστικό

  1. 01 τριγωνικό κάλυμμα από μαύρο μετάξι ή χαρτί που φοριέται στο μέτωπο (συνήθως από παιδιά)
額角 がっかく

ουσιαστικό

  1. 01 ράμφος (σε καρκινοειδή)
額金 ひたいがね

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλική ταινία κεφαλής (στρατιωτικός εξοπλισμός με ενισχυμένη μεταλλική πλάκα)
額当て ひたいあて

ουσιαστικό

  1. 01 μετωπίδα (στρατιωτικό), προστατευτική ταινία κεφαλής με ενισχυμένη μεταλλική πλακέτα
  2. 02 κόκκινη ταινία κεφαλής
額帯鏡 がくたいきょう

ουσιαστικό

  1. 01 μετωπικός καθρέπτης
額彫り がくぼり

ουσιαστικό

  1. 01 γκακουμπόρι, στοιχεία φόντου στον παραδοσιακό ιαπωνικό τατουάζ
額面通り がくめんどおり

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστική αξία (τίτλου, ομολόγου ή νομίσματος)
  2. 02 κυριολεκτική σημασία, κατά λέξη, τοις μετρητοίς (για πληροφορία ή δήλωση)
  1. 01 μέτωπο
  2. 02 πινακίδα
  3. 03 πλάκα, πινακίδα
  4. 04 κορνιζαρισμένη εικόνα, κορνιζαρισμένος πίνακας
  5. 05 άθροισμα, σύνολο
  6. 06 ποσό, ποσότητα
  7. 07 όγκος