31 αποτελέσματα για «顕»
顕熱 けんねつ
ουσιαστικό
- 01 αισθητή θερμότητα
顕色剤 けんしょくざい
ουσιαστικό
- 01 χρωμογόνος ουσία, χημικό που χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη ή την ενίσχυση του χρώματος σε διάφορες εφαρμογές όπως η φωτογραφία ή η εκτύπωση
顕花植物 けんかしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 φανερόγαμο, φυτό με άνθη, σπερματόφυτο
顕示選好 けんじせんこう
ουσιαστικό
- 01 αποκαλυπτόμενη προτίμηση
顕示性 けんじせい
ουσιαστικό
- 01 υπογράμμιση, επισήμανση
顕微授精 けんびじゅせい
ουσιαστικό
- 01 μικρογονιμοποίηση, ενδοκυτταροπλασματική έγχυση σπερματοζωαρίου, ICSI
顕露 けんろ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκάλυψη, ανίχνευση, έκθεση
顕生代 けんせいだい
ουσιαστικό
- 01 φανεροζωικός αιώνας
顕性感染 けんせいかんせん
ουσιαστικό
- 01 εκδηλη λοιμωξη
顕正会 けんしょうかい
ουσιαστικό
- 01 Κενσόκαϊ (βουδιστική λαϊκή οργάνωση)
顕
- 01 εμφανίζομαι
- 02 υπάρχων